ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΑΠΟΙΚΙΣΜΟΣ
B ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΑΠΟΙΚΙΣΜΟΣ
Κείνη την νύχτα δεν κοιμήθηκε ,είχε την αγωνία του ανθρώπου
που θα παλέψει με το άγνωστο. Σαν φάνηκε το πρώτο φως της καλοκαιρινής αυγής
πετάχτηκε απ’ την οχλαγωγή.
Μάζεψε βιαστικά τις αναμνήσεις της γλυκιάς πατρίδας και τον χρησμό απ΄ τους Δελφούς που η μητρόπολη
του εμπιστεύτηκε και πήρε το δρόμο για την μετανάστευση ,για τον αποικισμό
.
Στην παραλία τους περίμεναν τα πλοία με τα μακριά κουπιά,
που θα τους πήγαιναν στη νέα γη. Το χώμα το αττικό που τους ανέθρεψε , δεν τους
χωρούσε πια .Η πρωινή αύρα του καλοκαιριού τους χάιδευε το πρόσωπο ,μαζί και το
ζεστό τους δάκρυ για τον αποχωρισμό, μαζί και η ανάγκη που όλα τα επιβάλλει,
αιώνες τώρα .
Μπήκαν στην ξύλινη κοιλιά του πλοίου για το ταξίδι του
ξενιτεμού . Κοίταξε εκείνος την στεριά,
άγονη ,ξερή και γκριζογάλανη κάτω απ ’το φωτεινό της ουρανό ,αγκαλιασμένη από
θάλασσα στιλπνή, την φώτιζε ήλιος μαγευτικός , ο ήλιος ο αττικός ,ο ήλιος των
Μεγάρων.
Και τα μακριά κουπιά βύθιζαν το σκληρό τους σώμα στο πλατύ το
πέλαγο το ελληνικό.
Και όταν πια
βρεθήκανε στην ανοιχτή την θάλασσα κλείστηκε ο καθένας μες τις σκέψεις
του. Βαστούσε μέσα του την γλώσσα την ελληνική που βύζαξε με της μάνας του το γάλα , τους πατρογονικούς θεούς , τα
σκοτεινούς χρησμούς μαζί με την ιερή
φωτιά απ΄ την εστία.
Μέρες και μέρες αρμενίσανε μέσα στην ξύλινη, την αφιλόξενη
κοιλιά . Τα μάτια τους γεμάτα αίμα από την κακουχία και τον αέρα τον θαλασσινό
,η αλμύρα τους στέγνωσε τα χείλη. Άντρες με γένια σκληρά στο πρόσωπο, με βλέμμα
σκοτεινό ,αγριεμένο, και οι μαλακές γυναίκες μαζώνονταν στην άκρη ένα κουβάρι
,κολλούσαν στοργικά στα νέα τους βλαστάρια , να τα προστατέψουν.
Κείνος όλο διαλογιζόταν . Τον βάρενε η ευθύνη .Οι σκέψεις
πέταγαν ορμητικά όπως τα σύννεφα της καταιγίδας. Όμως η ελπίδα πάντα κατοικεί
στο πίσω μέρος του μυαλού , κι έτσι ο άνθρωπος στυλώνεται στο αντίκρισμα της
μοίρας .
Ψηλάφισαν αχόρταγα με το πρώτο αντίκρισμα την νέα γη .Σχεδόν
την άγγιξαν με όραση κουρασμένη .Ήταν η γη που είχαν ονειρευτεί τότε που
ξενιτεύτηκαν .Κατάφυτη με σίγουρο λίμανι και θάλασσα ευρύχωρη τριγύρω ,την
έλουζε ήλιος γλυκός .» Απέναντι απ΄ τη
χώρα των τυφλών» ,αντήχησε στα αφτιά τους
ο σκοτεινός χρησμός .
Και ήταν σχεδόν απόγεμα σαν φτάσανε .Οι πρύμνες ακουμπήσαν
απαλά στην αμμουδένια ακτή. Κείνος που ήτανε ο οικιστής ,έτσι το όρισε η
πατρίδα ,πάτησε πρώτος. Ύστερα βγήκανε και οι άλλοι, κάναν θυσίες στους θεούς
,στον Ποσειδώνα που τους φύλαξε και γλίτωσαν το θάνατο.
Το σούρουπο ανάψανε φωτιά , δειπνήσανε το φτωχικό τους
δείπνο και παραδόθηκαν στην κούραση. Όμως εσύ ξαγρύπνησες και πάλι , να κάνεις
σχέδια, να σκεφτείς πως θα τα βάλεις όλα στη σειρά ,πως θα τα κανονίσεις .Θα
΄διναν τ όνομα σου στη νεότευκτη αποικία και θα σε τιμούσαν με τιμές ηρώων και
μετά τον θάνατο σου . Τα ΄ξερες όλα
τούτα , μα δεν ήξερες το πιο σπουδαίο που η μοίρα επιφύλαξε για σένα . Η
ιστορία σε περίμενε, εσένα τον αρχαίο μετανάστη από τα Μέγαρα της Αττικής , να δώσεις τ΄ όνομά σου, σε μιαν αυτοκρατορία .
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου