Περιγραφή -εικονοπλασία στην " Λιτανεία " του Στράτη Μυριβήλη
«Κατάμπροστα στο ψαραδολίμανο, μέσα στο μάτι του μπουνέντη, ορθώνεται
πάνω σε θεόρατη θαλλασοβραχιά το ξωκλήσι της Παναγιάς της Γοργόνας.
Τούτο τον όγκο της πέτρας τονε κράζουν οι χωριανοί της “Παναγιάς τα
ράχτα”.
Το κείμενο " Λιτανεία " του Στράτη Μυριβήλη αποτελεί απόσπασμα από το μυθιστόρημα "Η Παναγιά η Γοργόνα ". Μαζί με τα άλλα δυο μυθιστορήματα του συγγραφέα ¨Η ζωή εν τάφω " και ¨Η δασκάλα με τα χρυσά μάτια¨αποτελούν μια τριλογία. Είναι η τριλογία του πολέμου.
Το έργο παρουσιάζει την ζωή των εκπατρισμένων προσφύγων της Μικρασιατικής καταστροφής ,που έχοντας οριστικά εγκαταλείψει τη γη τους , έρχονται τώρα να ξαναριζώσουν στο μικρό ψαροχώρι πάνω στην ηλιόλουστη ακρογιαλιά ,κάτω από τον ελαιώνα.
Τούτος ο τόπος είναι στη Λέσβο απέντι από την αιολική τους πατρίδα .Εκεί θα ζήσουν από εδώ και στο εξής , και μέσα από δυσκολίες ,χαρές και λύπες θα δώσουν την μάχη τους της επιβίωσης ,και θα φτιάξουν μια καινούργια πατρίδα.
Ο Αιμίλιος Χορμούζιος επισημαίνει ότι... είναι η πρώτη φορά που ένα νεοελληνικό πεζογράφημα αντιμετωπίζει το θέμα της εγκατάστασης των προσφύγων στην Ελλάδα από τη στιγμή του ξεριζωμού και κατόπιν χωρίς ανόητους ρομαντισμούς και περιττές λειάνσεις ενός γεγονότος που είχε τόσο τραχειές γωνίες.
Αυτό που μας συνεπαίρνει στα κείμενα του Μυριβήλη είναι η δύναμη της περιγραφής , που είναι λυρική και ρεαλιστική μαζί ,η πλούσια καλοδουλεμένη δημοτική ,που εκφράζει στο έπακρο την ελληνικότητά της .Καίρια χρήση του επιθέτου και της σύνθετης λέξης, που συμπορεύονται αρμονικά με στοιχεία της ντοπιολαλιάς.Εικόνες , ήχοι, χρώματα και μυρωδιές, που αφηγούνται την ηθογραφία ,τον πολιτισμό , το συλλογικό συναίσθημα.
Το κείμενο " Λιτανεία " του Στράτη Μυριβήλη αποτελεί απόσπασμα από το μυθιστόρημα "Η Παναγιά η Γοργόνα ". Μαζί με τα άλλα δυο μυθιστορήματα του συγγραφέα ¨Η ζωή εν τάφω " και ¨Η δασκάλα με τα χρυσά μάτια¨αποτελούν μια τριλογία. Είναι η τριλογία του πολέμου.
Το έργο παρουσιάζει την ζωή των εκπατρισμένων προσφύγων της Μικρασιατικής καταστροφής ,που έχοντας οριστικά εγκαταλείψει τη γη τους , έρχονται τώρα να ξαναριζώσουν στο μικρό ψαροχώρι πάνω στην ηλιόλουστη ακρογιαλιά ,κάτω από τον ελαιώνα.
Τούτος ο τόπος είναι στη Λέσβο απέντι από την αιολική τους πατρίδα .Εκεί θα ζήσουν από εδώ και στο εξής , και μέσα από δυσκολίες ,χαρές και λύπες θα δώσουν την μάχη τους της επιβίωσης ,και θα φτιάξουν μια καινούργια πατρίδα.
Ο Αιμίλιος Χορμούζιος επισημαίνει ότι... είναι η πρώτη φορά που ένα νεοελληνικό πεζογράφημα αντιμετωπίζει το θέμα της εγκατάστασης των προσφύγων στην Ελλάδα από τη στιγμή του ξεριζωμού και κατόπιν χωρίς ανόητους ρομαντισμούς και περιττές λειάνσεις ενός γεγονότος που είχε τόσο τραχειές γωνίες.
Αυτό που μας συνεπαίρνει στα κείμενα του Μυριβήλη είναι η δύναμη της περιγραφής , που είναι λυρική και ρεαλιστική μαζί ,η πλούσια καλοδουλεμένη δημοτική ,που εκφράζει στο έπακρο την ελληνικότητά της .Καίρια χρήση του επιθέτου και της σύνθετης λέξης, που συμπορεύονται αρμονικά με στοιχεία της ντοπιολαλιάς.Εικόνες , ήχοι, χρώματα και μυρωδιές, που αφηγούνται την ηθογραφία ,τον πολιτισμό , το συλλογικό συναίσθημα.
Μπροστά οι παπάδες, ο ένας με το χρυσό Βαγγέλιο,
ο άλλο με τ’ ασημένιο. Στις τέσσερις γωνιές οι τέσσερις
Ευαγγελιστάδες στο σμάλτο, δεμένο ένα γύρω με ρουμπίνια σα ροδοπαπούδες.
Τα παλικάρια βαστούσαν τα κονίσματα, το μεγάλο το κόνισμα της
Σαμαρίτιδας με το νερό στο σταμνί της.
Και το άλλο με τη βρύση την εφτάκρουνη,
που έχει τις γούρνες άσπρες, μαρμαροπελεκητές, και τα νερά τρέχουν από τη μία γούρνα
στην άλλη. Στην πάνω πάνω γούρνα είναι η Παναγία με τα χέρια σηκωμένα για παρακάλεση.
Βγήκαν και τα λάβαρα με μαύρο κρέπι
στον ασημένιο σταυρό, να
δει ο Θεός τη θλίψη του κόσμου, και άστραφταν οι χρυσές φούντες
στον ήλιο. Ήταν μαζί και τ’ αγόρια με τα φανάρια και τα ξεφτέρια,
ντυμένα με τ’ άσπρα άμφια, ζωσμένα σταυρωτά με το κόκκινο ωμοφόρι.
Όσο βγαίναν από το χωριό, τα παπούτσια ακουγόντανε, χιλιάδες,
στο καλντερίμι. Ύστερα άρχισε ο χωραφόδρομος, μονοπάτι, και
δε χωρούσαν παρά ο ένας πίσ’ από τον άλλο. Η συνοδειά έγινε
μακριά σαν ένα ατέλειωτο μαύρο φίδι, που κλωθογύριζε ανάμεσα στα
δέντρα τις κουλούρες του. Σιγά σιγά χανόταν πίσω από μια πύκνα
από καρυδιές, κι έλεγες πάει, καταχωνιάστηκε μέσα στη λαγκαδιά
του Oρυάκα, και ξαφνικά πάλι, να κι έβγαινε το κεφάλι του στο ξαγναντο. Αυτό το κεφάλι άστραφτε από λέπια χρυσά και αργυρά,
λαμποκοπούσαν στον ήλιο τα ξεφτέρια και τα φανάρια με τα
κρύσταλλα. Όλο γλυκά χρώματα, ροδί και θαλασσί, πορτοκαλί και βυσσινί.
Κατόπι ξετυλιγόταν, αργά αργά, η μαύρη ουρά, και σ’ όλο το
δρόμο ο μπουχός
σηκωνότανε σύννεφο ξανθό πάνω από την ανθρωπομάζωξη.
Ανέβαινε πυκνό το μοσκολίβανο μαζί με την προσευκή, και τ’
ασημοκούδουνα από τα θεμιατά
των παπάδων ακούγονταν παράξενα ανάμεσα
στα δέντρα, μαζί με τα κυπροκούδουνα των ζωντανών που γύρευαν
άδικα ένα χλωρό φύλλο. Στέκουνταν με κολλημένα πλευρά και μουκάνιζαν
διψασμένα, βέλαζαν λυπητερά και ξεψυχούσαν από την πείνα και τη
δίψα, γιατί η γης δεν έβγαζε νερό να δροσιστούν και χορτάρι
να φάνε. Τα ’βλεπαν οι άντρες κι ανεστέναζαν. Τα ’βλεπαν οι
γυναίκες κι έκλαιγαν.
Όλος ο κόσμος γονάτισε στα χώματα, έκανε το σταυρό του, κοίταζε
παρακαλεστικά το Θεό μέσα στα γαλάζια μάτια τ’ ουρανού. Άντρες,
γυναίκες, παιδιά, είπαν με δύναμη «αμήην!». Να βουίξουν οι
στεγνές λαγκαδιές, να πάει η φωνή τους ως τα πόδια του Κυρίου,
να τους ακούσει.
Oι γυναίκες, εκνευρισμένες, με τα πρόσωπα κόκκινα από το περπάτημα και τη ζεστή σκόνη, σιγόκλαιγαν με θρησκευτικό υστερισμό.
Oι γριές χτυπούσαν τον κόρφο και έκαιγαν μέσα στα κεραμιδάκια πηχτό «ελιόδακρυ»
που μοσκοβολούσε γλυκά.
— Ελέησέ μας, Κύριε!
Έτσι τέλειωσε η λιτανεία κάτω από έναν ουρανό πυρωμένο και παστρικό.
Ο πόνος για την λειψυδρία που μαστίζει τη γη ,μετουσιώνεται σε θερμή παράκληση στο Θεό να στείλει βροχή ,κι ο αγιασμός μετατρέπεται σε θείο δώρο που μαζί με τις ευχές θα σώσει τα διψασμένα χωράφια , τα κοκαλιάρικα ζώα , τους απελπισμένους από την θεομηνία ανθρώπους .
Και τούτη η απελπισία μετατρέπεται σε γονυκλισία με τα χέρια υψώνονται ικετευτικά στον πυρωμένο ,παστρικό ουρανό. Ο βασανιστικός ήλιος που παρέλυε το κορμί και το μυαλό έφερε την θρησκευτική υστερία και το θρήνο ...και καίγανε ως θυσία το δάκρυ της ελιάς κάτω από ένα παστρικό ,ανέφελο ηλιόλουστο ουρανό.


Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από έναν διαχειριστή ιστολογίου.
ΑπάντησηΔιαγραφήΚαλοτάξιδο, το ιστολόγιό σου, Μαρία! Με πολλές ενδιαφέρουσες αναρτήσεις!
ΑπάντησηΔιαγραφή